Φωτό από την ομάδα φωτογραφίας No Ordinary Eyes στο Facebook Τι σου είναι η ψυχή, ψυχή μου… Ανοίγει πρώτη της φορά, με γέλιου κλάμα γοερό, τα δυο της τα πνευμόνια στο οξυγόνο της ζωής κι ευθύς, πριν κάνει ούτε κιχ, της ράβουν τα φτερά πάνω στο σώμα. Μονάχα ο θάνατος τής κόβει τις ραφές κι αφήνει τις φτερούγες της ν’ ανοίξουν· μη φανταστείς, δεν είναι απ’ αγάπη, αγάπη μου απονήρευτη, αγάπη μου αθώα. Από συμφέρον είναι δολερό. Βλέπεις, δίχως φτερά, πώς θα μπορεί η ψυχή μαζί του να πετάξει στου Άδη τ’ αδυσώπητα, στους νεκρικούς κρυψώνες; Τι ειρωνεία, ε; Εις στη ζωή, που μια φορά σού δίνεται κι είν΄ άπιαστη κι ωραία κι ωσάν το μέλι γλυκερή, να ζεις σαν άφτερη ψυχή, ενώ άφτερη δεν είσαι. Και εις στον θάνατο, που είν’ αέναος κι ανύπαρκτος και μισητός και φταίχτης - ένας ψυχοβγάλτης και μισός, να 'σαι με τα φτερά σου ορθάνοιχτα, τις πάλλευκες φτερούγες σου διάπλατες σαν θάλασσες επάνω στους αιθέρες. Μα τι να σου κάνει, θα μου πεις - και με το δίκιο σου. Μια ειρωνεία είναι...