Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ

Πες μου

τη δύναμη δε βρίσκω να σε καλωσορίσω  στο καύκαλο του πεθαμένου τούτου κόσμου -- το ίδιο σκληρός και άκαμπτος με το οστό του  που για τα δόντια δεν είναι κανενός σκουληκιού κανενός  μυρμηγκιού κανενός  θανάτου και -πες μου- πώς εγώ να σε φέρω κοντά του...

Je t'aime...moi non plus

Εικόνα
Φωτό από Διαδίκτυο Δεν ξέρω να σου πω Ίσως αυτό που φταίει  να είναι η απεραντοσύνη της θάλασσας που  μας φέρνει ακόμα πιο κοντά Ίσως το απατηλό αστείο τ' ουρανού που  σπρώχνει τα χείλη μας να σμίξουνε  όταν η πινακίδα γράφει "αλτ" κι εγώ διαβάζω "έλα" Δεν ξέρω να σου πω Ίσως αυτό που όντως φταίει τελικά  να είναι  που ξέρουμε κι οι δυο να κολυμπάμε  - ποια θάλασσα απέραντη, αλήθεια; που ξέρουμε κι οι δυο ν' ανοίγουμε φτερά  και να πέταμε  - ποιος ουρανός, αλήθεια; Τι να σου πω δεν ξέρω Ίσως τίποτα να μη φταίει τελικά Στο χάος σου παλεύω με τα κύματα ενώ εσύ παλεύεις με τα κύματα στο χάος το δικό μου Κι ύστερα, αν είναι δυνατόν,  να σπάμε το κεφάλι μας να δούμε  αν ρέει απ' την καρδιά μας η αγάπη Γελάει με την πάρτη μας η εγκεφαλικότητά μας και μας μουτζώνει κατά μέτωπο να μη μας τα χρωστάει Α, ρε αγάπη κατά πώς πάμε εμείς ένα θα γίνουμε  μόνο μες στην ανυπαρξία  που τ' όνομα έχει του θανάτου

Ποιον, αλήθεια, κοροϊδεύουν;

Εικόνα
Εικόνα από το διαδίκτυο Γελάνε με τους άλλους οι  άνθρωποι, Κύριε Εμπαίζουν, περιπαίζουν, στη φύση τους έως και να χλευάζουν με μια ευκολία απίστευτη σάμπως από συνήθεια, μανιέρα βίου σαν από χόμπι, με μια ηδυπάθεια, θαρρείς, και με μια έπαρση στο ύφος για το τάχα επίτευγμά τους Όσοι ζουν με ελαφρά τη καρδία, αυτοί που τους είν' αρκετό στην επιφάνεια τής ύπαρξης να επιπλέουν, αυτοί που ούτε μια φορά δεν έχουν δοκιμάσει μια βουτιά στα βάθη τής υπάρξεως τ' απύθμενα να κάνουν όλοι τούτοι, λοιπόν, δεν σέβονται ούτε άνθρωπο, ούτε ψυχή, μήτε την ύπαρξη μες στης ζωής το μεγαλείο δεν σέβονται, Θεέ μου Γελάνε με τους άλλους οι άνθρωποι, Κύριε Κι είναι που ξέρουν πως Εσύ δεν είσαι σαν εκείνους Γιατί αν δεν το γνώριζαν, θα πίστευαν πως κάποτε κι Εσύ μαζί τους θα γελούσες Και τότε ίσως να 'ταν αλλιώς ο κόσμος μας...

Της νύχτας

Εικόνα
Marc Chagall (1887-1985), Le Dimanche (On Sundays) from Derrière le Miroir, 1954 Γλυκά και τρυφερά μίλα μου κι αληθινά – πονάει όπου μ’ αγγίξεις Γλυκά όπως το λάμδα του μελιού Και τρυφερά όπως το ρω του ρυακιού Αληθινά όπως το άλφα της αγάπης Και φτερωτά έλα και μίλησέ μου φτερωτά όπως το ρω του έρωτα Κι εγώ θα στείλω το φως του ήλιου την αυγή μ’ ένα φιλί να σε ξυπνήσει με το ρω του ρυακιού νεραϊδένιο με το λάμδα του μελιού μελένιο με το ρω του έρωτα ερωτικό φιλί αέρινο φιλί αερικό  με το μέγα άλφα της αγάπης...

Θεία Ευχαριστία

Εσείς μεταλαμβάνετε με άρτο και οίνο. Εγώ με ποίηση.             Ποιος είπε πως αυτή δεν είναι σώμα και αίμα Κυρίου;

Η παπαρούνα

Εικόνα
  Image Source Κάθε που μια παπαρούνα φυτρώνει, ψηλόλιγνη, πανώρια, πορφυρή, είτε στον κήπο σου είτε μες στου Θεού τον κήπο, μια στάλα αίμα έχει χυθεί είτε από καρδιά είτε από σώμα. Να θυμάσαι, λοιπόν, πως αν μια παπαρούνα κόψεις, ματανεκρώνεις μια ψυχή που έχει καταφέρει, παρά τη μοιραία μαχαιριά, ν' αναστηθεί, να στεριώσει και να ξαναριζώσει. Μην τη σκοτώσεις δεύτερη φορά.  Έλεος δείξε.

Υπέρ Αναστάσεως

Εικόνα
Image Source Αρκεί το φως Σου να 'ρθει λευκό να βάψει το σκοτάδι μου

Κραυγή απόγνωσης

Εικόνα Εικόνα Εικόνα Εικόνα Εικόνα Εικόνα Εικόνα Εικόνα Εικόνα Εικόνα   Εικόνα Μόνο Και Όλο Εικόνα  Ο κόσμος Μπού - χτι - σα την εικόνα Και πού να βρω πια περιεχόμενο...

21η Μαρτίου - Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Εικόνα
  Τελικά, τι είναι ποίηση; Ποίηση είναι τα πάντα όλα Αυτό που ορίζεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να οριστεί Αυτό που φαίνεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να φανεί Αυτό που ψηλαφίζεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να ψηλαφιστεί Αυτό που ακούγεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να ακουστεί Ποίηση είναι το ορατό   Κυρίως, όμως Ποίηση είναι το αόρατο.

Song II | Μη μου μιλάς για κόλαση

στεγνό το χορτάρι σαν δάκρυ που στέρεψε γυρεύεις ποτάμι σε μια χώρα που φλέγεται ξεχνάς πώς σε λένε μα δεν έχεις όνομα μια καρδιά μόνο έχεις και τούτη για δόλωμα   *μη μου μιλάς για κόλαση όλη την έχω ζήσει* μη μου μιλάς για κόλαση για τη δική μου μιλάς ζήση κράτα, λοιπόν, τα λόγια σου κράτα, λοιπόν, το θάρρος ανάγκη, να δεις, πόση τα 'χουμε σαν μας γαμ@ει το κράτος! *μη μου μιλάς για κόλαση όλη την έχω ζήσει* μη μου μιλάς για κόλαση για τη δική μου μιλάς ζήση... 8η Οκτ. 2024

Προτιμώ να είμαι άτιτλο

Εικόνα
Φωτό από το Δ ιαδίκτυο Κι αφού με κοιτάζεις στα μάτια με τα δικά σου τα μάτια πάνω απ’ τα γυαλιά με το βλέμμα σου εκείνο το παρατηρητικό σου διαφεύγει άραγε η αστραπή που εκτοξεύουνε οι κόρες μου στους γιους τους δικούς σου που την καλούν θαύμα η βροντή μας   κι ας μην πιστεύουμε στα θαύματα και ας πιστεύουνε εκείνα σε μας γιατί είναι θαύμα των ματιών το χαμόγελο η αγκαλιά το κρασί και η αναρχία της ψυχής. Λευκωσία, 2017

Ένα λευκάνθεμο για την αγάπη που 'μεινε στο σκοτάδι

Εικόνα
Untitled, 1946 © Frances McLaughlin-Gill ( Source ) Το φιλί που δε δόθηκε αγώνας που καταπνίγηκε πίσω απ' τα αιχμάλωτα τής ειμαρμένης χείλη Το χάδι που φυλακισμένο έμεινε μες στης παλάμης τη γροθιά κουλουριασμένο φίδι στον κόρφο της λήθης Κι η αγκαλιά που αιωρείται ακόμα στο διάκενο από τη μια η κατάρα τού χρόνου που κολύμπησε -σε μανιασμένα νερά- μέχρι τον άλλο κόσμο και ξαναγύρισε κι από την άλλη η απρόσκοπτη σταθερότης τού παλμού τής αντλίας που αγάπη αναπαράγει Στοιχειά αστοιχείωτα ναι μεν μα πάντα παρόντα και τα πάντα πληρόντα μες στον λαβύρινθο τού υποσυνείδητου μες στα ξεχασμένα τρίσβαθα της ψυχής Το γλυκόπικρο δάκρυσμα στην πικραμιγδαλένια κόχη τού ματιού το κραυγαλέο άλγος των ψυχών για μιαν αγάπη που στα σπλάχνα τους γεννήθηκε μα δεν ετέχθη ποτέ... Νικ.Σ

Γιατί άλλο τι πιο έρημο υπάρχει

Είδα τη σκόνη την πυκνή να αιωρείται γύρω  μου και σκιάχτηκα μην τυχόν και έρημος γίνω: γιατί άλλο τι πιο έρημο από την έρημο δεν υπάρχει Και το παράδοξο: η έρημος αποζητά και συντηρεί την ερημιά της.

Ορατών τε πάντων και αοράτων

Εικόνα
Sally Mann, 'Candy Cigarette', 1989,  Πηγή Ορμώ στη χαρά να της δώσω τη λύπη μου. Λυπάται, μου λέει, και τρεις μ’ αρνείται σαν τον Θωμά τον άπιστο – τάχα η σώτειρά μου. Κι εγώ ούτε μέλι έχω για την πληγή μου, ούτε λίγο νερό να την καθαρίσω, να την ποτίσω να βγάλει φτερά. Φτεροκόπημα της αβύσσου η ψυχή μου Άβυσσο λέν’ τη χώρα μου μα δεν μιλώ για τα τραύματά μου. Τα ’χω κάνει γάζες και ράμματα για κείνες τις πληγές σαν τη δική μου. Για τ’ ανεμοδαρμένα αδέλφια μου με τ’ αφανή δεσμά τους, που βγαίνει δις η πίστη τους στον κόσμο τούτο για να ζούνε, στον κόσμο τούτο που γι’ αυτά δε φτιάχτηκε, στον κόσμο τούτο που σαν κουκούτσι τα φτύνει. Και του αγριεύουν τα πουλιά και του θυμώνουν τα δέντρα κι επαναστατούν τα βουνά που αντάρτες γίνονται για χάρη τους, στον κόσμο τούτο που τα βουλιάζει όλο και πιο βαθιά αντί να τα σηκώσει από το στρώμα και να τους βγάλει τις αλυσίδες, στον ήλιο να βγουν κι εκείνα να πάρει ανάσα το είναι τους.   Μα όχι, όχι! Σαν το κουκούτσι ο κόσμος τούτος μάς φτύνε...

Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι

Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι χαραμίζονται γραμμένα πάνω σε πλάκες καραμέλας παγωτά και σε ρυζόχαρτα που λιώνουνε μόλις χαθούν μέσα στο στόμα Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι ζωντανεύουνε κι ανθίζουνε Ιβίσκοι κόκκινοι και κίτρινοι κάτασπρα γιασεμιά πουλιά του παραδείσου   Μα να σου τα λόγια σας που τα καλύπτουνε Κείνα τα λόγια σας τα λαξευμένα σαν κάστρα απόρθητα πάνω στην αμμουδιά Ανάσα δεν παίρνουν τα ποιήματα κι η υπαρξιακή τους κρίση δεν αργεί, έτοιμη να τα σμπαραλλιάσει Μα τέτοια ακύρωση; Ο Αύγουστος μονάχα, θα σας πουν Μη μου ζητάς, λοιπόν, ποίημα τώρα να σου γράψω Εγώ πονώ τις λέξεις μου γιατί τον πόνο τους τον νιώθω και ριγώ Κλαίω εγώ το ποίημά μου γιατί νιώθω το άσκοπο του πράγματος που τ' απογοητεύει   Κλαίω, σας λέω, που το βλέπω τα μάτια του σαν κλείνει μια για πάντα ν' αποκοιμηθεί... Ημερολόγιο | 9η Αυγούστου 2024

Καλοκαίρι

Εικόνα
Ι Μου είπες θέρος Και σου ’πα όχι Στην καλοκαιρία Να σπέρνω θέλω Όχι να θερίζω ΙΙ Μου είπες θέρος Και σου ’πα όχι Στην καλοκαιρία Μήτε να σπέρνω θέλω Μήτε να θερίζω – οσμή ολέθρου ζέχνουν και τα δυο Θέλω να καβαλάω το κύμα να κολυμπώ στο ούζο να γλείφω τον ήλιο μαστίχα παγωτό. Νέα Ηρακλείτσα Καβάλας

Όταν μιλώ με την πατρίδα μου...

Κόκκινος ο ήλιος, κόκκινο το φεγγάρι, κόκκινη και η θάλασσα. Πενήντα χρόνους τώρα. Κι εσύ, μέρα και νύχτα, κοιμάσαι και ξυπνάς στο κόκκινο - μαζί σου κι η ψυχή μου. Μέσα στο κόκκινο -τ' άλλοτε καταγάλανα νερά σου- πλεούμενο εσύ μαγαρισμένο. Αχ, να 'τανε μονάχα κόκκινο του έρωτα                                                τούτο το κόκκινο του θανάτου!

Black dog

Εγκλωβισμένος από το ίδιο σου το είναι, θεατής του αίματός σου που κυλάει και φεύγει, δέσμιος μιας μάχης ατελέσφορης με τα υποσυνείδητα δεσμά σου και μια λύτρωση -σαν- σε οριστική αναβολή, τοιχώματα που δεν σπάνε                     και η ζωή του να περνά με εσένα χωρίς εσένα...

Το Παρίσι μου

Εικόνα
Η μαμά κι εγώ στο Παρίσι (από το προσωπικό αρχείο μου) Άνοιξε, παραθύρι μου, να βουτήξω μέσα του,  να μεθύσω απ' του Σικουάνα το κρασί του, κι έτσι εντελώς νηφάλια, να πνιγώ στην ομορφιά του.  Τούτη θα 'ναι η αυτοχειρία μου.  Το ξέρω. Με περιμένει.  Μια ζωή με περιμένει το Παρίσι μου.

Ο παγερός αέρας είχε το άρωμά σου

ήτανε τότε που έψαχνα στα τριαντάφυλλα για να σε βρω ένα-ένα τα πέταλα μαδούσα ραίνοντας το κενοτάφιό σου τότε που πήρα σβάρνα τον ερημίτη κήπο χαλί στρωμένο πάνω απ’ την κρημνώδη ακτή τότε που ρόδο δεν άφησα αμάδητο κι ας μ' απειλούσε ο ροδοκύρης το σουγιά του κραδαίνοντας τη χαρά μου σα να ’θελε στα δύο να κόψει μ’ ένα μοιραίο πλήγμα στην καρδιά ο παγερός αέρας είχε το άρωμά σου γαλάζιο αστέρι εσύ εκείνο το πρωί που μου ’κλεισες το μάτι συνωμοτικά συνένοχος στη σκανταλιά μου στην τρέλα μου ή στην απελπισιά μου πέταλα άλικα λευκά και ροζουλί από το κενοτάφιο κι όλο το μονοπάτι ίσαμε κάτω στην αμμουδιά εκείνη των ιλαρών μα άμοιρων κυμάτων τρελάθηκα από χαρά και σου ’πιασα το χέρι κι αγαπηθήκαμε στα φανερά εκεί στην αμμουδιά ο παγερός αέρας είχε το άρωμά σου κι αγαπηθήκαμε στα φανερά με ρούχο μας μοναδικό το χρώμα των κορμιών μας –πόσο μας έδενε η διαφορά τους– τρελάθηκα από χαρά και σου ’πιασα το χέρι κι ύστερα έγειρα να κοιμηθώ στο στέρνο σου επάνω πού είν’ ο θάνατος, σε ρώτησα, ...