Αναρτήσεις

Η παρούσα ώρα | Υβ Μπονφουά

Εικόνα
Image Source YVES BONNEFOY Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΩΡΑ (απόσπασμα) Η ευτυχία δεν μου χαμογέλασε ποτέ στη γη τούτη επάνω. Πού πάω; Μες στα όρη τούτα ψάχνω Τη σιωπή, την ειρήνη της καρδίας. Αυτή είν’ η πατρίδα μου, Να περιπλανηθώ δεν πρόκειται άλλο πια μακριά της. Ολούθε οι κορφές γλαυκές ξαναγίνονται σαν τον αιθέρα, Και θα σου πω αντίο; Όχι, ποτέ μην πάψει Ποτέ να κελαρύζει το νερό, να ξανανθίζει το χορτάρι! Μετάφραση από τα γαλλικά: Νικολέττα Σίμωνος

21η Μαρτίου - Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Εικόνα
  Τελικά, τι είναι ποίηση; Ποίηση είναι τα πάντα όλα Αυτό που ορίζεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να οριστεί Αυτό που φαίνεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να φανεί Αυτό που ψηλαφίζεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να ψηλαφιστεί Αυτό που ακούγεται Αλλά κυρίως αυτό που δεν μπορεί να ακουστεί Ποίηση είναι το ορατό   Κυρίως, όμως Ποίηση είναι το αόρατο.

Όταν συνάντησα τη μούσα μου | William Stafford

Εικόνα
William Stafford (1914-1993)  Photo source ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΤΑΦΟΡΝΤ ΟΤΑΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΤΗ ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ Την κοίταξα στα γρήγορα κι έβγαλα τα γυαλιά μου – τραγούδαγαν ακόμη. Σαν τζίτζικας τερέτισαν στο τραπεζάκι του καφέ κι έπειτα σίγησαν. Πρόβαλε η φωνή της σαν καμπάνα και το ηλιόφως ευθύς διεθλάσθη. Ένιωσα το ταβάνι τής αψίδας να παίρνει τη μορφή κι ήξερα πως τ' ακρόνυχα κει πάνω αλλιώς αισθάνονταν ό,τι αγγίζαν. «Εγώ είμ' ο δικός σου τρόπος αντίληψης των πραγμάτων», είπε. «Σαν μ' αφήσεις να ζήσω πλάι σου, κάθε σου βλέμμα στον κόσμο γύρω σου δεν θα 'ναι πια παρά ένα είδος σωτηρίας». Κι εγώ της έπιασα το χέρι. Επίμετρο: Ο Ουίλιαμ Στάφορντ (Κάνσας, 1914 – Όρεγκον, 1993) ήταν Αμερικανός ποιητής, πατέρας του επίσης ποιητή και δοκιμιογράφου Κιμ Στάφορντ. Καταγόμενος από εύπορη οικογένεια, είχε πασιφιστική δράση και ήταν «ένας εκ των ήσυχων της γης», όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του. Δίδασκε στο Lewis & Clark College του Όρεγκον έως και την συνταξιοδότησή του το 1980 και εξέδωσε τη...

Προαναγγελθείς θάνατος | Kofi Awoonor

Εικόνα
KOFI AWOONOR (1935-2013) ΚΟΦΙ ΑΒΟΥΝΟΡ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΣ Κάποτε, ο πόνος και η θλίψη επιστρέφουν κυρίως τη νύχτα. Θα θρηνήσω ξανά και ξανά αύριο για τη μνήμη ενός θανάτου προαναγγελθέντος. Θα θρηνήσω ξανά αύριο θα διαλέξω ένα λουλούδι από τον κήπο θα ακούσω τα πουλιά πάνω στο δέντρο. 
Θα θρηνήσω ξανά αύριο για έναν πόνο που μεγαλώνει έναν πόνο της μοναξιάς μου φίλο σ’ ένα κρεβάτι άδειο από καιρό, από επιλογή· θρηνώ ξανά αυτός ο θρήνος αμνημόνευτος για τούτο τον πόνο τούτο το βάρος κάτω από το οποίο τυλίγομαι και πενθώ Χθες να πάω δεν μπόρεσα για το υποχρεωτικό περπάτημά μου, έτσι την ώρα ξόδεψα για να θυμηθώ τα μονοπάτια, τα δέντρα τα πουλιά, το περιστασιακό γρύλισμα του σκύλου τα καφετιά πρόβατα σ’ έναν παγιδευμένο κάμπο το νανούλικο δέντρο μάνγκο φορτωμένο καρπούς τα αρειανά φοινικόδεντρα ψηλόλιγνα και ευθυτενή τα πεύκα φρουροί να λικνίζονται σ’ ένα απόμακρο χωράφι. Πιστεύω στην πιθανότητα της ελευθερίας στον ερχομό των μελισσών το θέρος στους ήπιους χειμώνες και στους τυφώνες το...

Τραγουδάκι II | Μη μου μιλάς για κόλαση

στεγνό το χορτάρι σαν δάκρυ που στέρεψε γυρεύεις ποτάμι σε μια χώρα που φλέγεται ξεχνάς πώς σε λένε μα δεν έχεις όνομα μια καρδιά μόνο έχεις και τούτη για δόλωμα   *μη μου μιλάς για κόλαση όλη την έχω ζήσει* μη μου μιλάς για κόλαση για τη δική μου μιλάς ζήση κράτα, λοιπόν, τα λόγια σου κράτα, λοιπόν, το θάρρος ανάγκη, να δεις, πόση τα 'χουμε σαν μας γαμ@ει το κράτος! *μη μου μιλάς για κόλαση όλη την έχω ζήσει* μη μου μιλάς για κόλαση για τη δική μου μιλάς ζήση... 8η Οκτ. 2024

Προτιμώ να είμαι άτιτλο

Εικόνα
Φωτό από το Δ ιαδίκτυο Κι αφού με κοιτάζεις στα μάτια με τα δικά σου τα μάτια πάνω απ’ τα γυαλιά με το βλέμμα σου εκείνο το παρατηρητικό σου διαφεύγει άραγε η αστραπή που εκτοξεύουνε οι κόρες μου στους γιους τους δικούς σου που την καλούν θαύμα η βροντή μας   κι ας μην πιστεύουμε στα θαύματα και ας πιστεύουνε εκείνα σε μας γιατί είναι θαύμα των ματιών το χαμόγελο η αγκαλιά το κρασί και η αναρχία της ψυχής. Λευκωσία, 2017

Ένα λευκάνθεμο για την αγάπη που 'μεινε στο σκοτάδι

Εικόνα
Untitled, 1946 © Frances McLaughlin-Gill ( Source ) Το φιλί που δε δόθηκε αγώνας που καταπνίγηκε πίσω απ' τα αιχμάλωτα τής ειμαρμένης χείλη Το χάδι που φυλακισμένο έμεινε μες στης παλάμης τη γροθιά κουλουριασμένο φίδι στον κόρφο της λήθης Κι η αγκαλιά που αιωρείται ακόμα στο διάκενο από τη μια η κατάρα τού χρόνου που κολύμπησε -σε μανιασμένα νερά- μέχρι τον άλλο κόσμο και ξαναγύρισε κι από την άλλη η απρόσκοπτη σταθερότης τού παλμού τής αντλίας που αγάπη αναπαράγει Στοιχειά αστοιχείωτα ναι μεν μα πάντα παρόντα και τα πάντα πληρόντα μες στον λαβύρινθο τού υποσυνείδητου μες στα ξεχασμένα τρίσβαθα της ψυχής Το γλυκόπικρο δάκρυσμα στην πικραμιγδαλένια κόχη τού ματιού το κραυγαλέο άλγος των ψυχών για μιαν αγάπη που στα σπλάχνα τους γεννήθηκε μα δεν ετέχθη ποτέ... Νικ.Σ

Μυρμήγκι μυρμηγκάκι μου...

Εικόνα
Image source Χθες το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, συνάντησα ένα μυρμήγκι μυρμηγκάκι απ' τα μικρά επάνω στον νιπτήρα μου. Πάνω που ετοιμαζόμουν να ανοίξω τη βρύση, να βουρτσίσω τα δόντια και να πλύνω το πρόσωπό μου, εκείνο έκανε τη βόλτα του επάνω στο λευκό - άραγε πού να πήγαινε; Δεν είναι λίγες οι φορές που όταν βλέπω μυρμήγκια να τρέχουνε βιαστικά επάνω στον νιπτήρα (αλήθεια άραγε πού πάνε;), μες στη βιασύνη της ζωής, με πιάνω να τα ραντίζω με νερό -λέω την αμαρτία μου- εγκαταλείποντάς τα εκεί στο έλεός τους.  Το ίδιο έκανα, μάλλον μηχανικά, και το πρωί. Ύστερα, όμως, σαν είδα το μικρούλικο το τόσο δα μυρμήγκι εγκλωβισμένο μέσα στο λιγοστό νερό, κάτι με είχε πιάσει, ξέρω γω... Με χειρουργικές, λοιπόν, κινήσεις κατάφερα να το απεγκλωβίσω από το πέλαγός του, δίνοντάς του ευτυχώς τη δυνατότητα να ξαναπερπατήσει. Συνέχισα, λοιπόν, τη δουλειά μου με ένα αίσθημα ικανοποίησης στα χείλη. Με ένα αίσθημα ικανοποίησης στην ψυχή, μάλλον...  Άβυσσος η ψυχή μας, άβυσσος... Ημερολόγιο | ...

Ολοστρόγγυλη σαν μπάλα ποδοσφαίρου...

- Η γη, Νικολέττα... - Η γη, τι; - Τι λες πως είναι η γη; - Εγώ τι λέω;...   Λοιπόν, ένας μύλος είναι η γη.   Ένας καλός μύλος που όλα τα αλέθει, φίλε μου... Ημερολόγιο | 03.12.2024

Γιατί άλλο τι πιο έρημο υπάρχει

Είδα τη σκόνη την πυκνή να αιωρείται γύρω  μου και σκιάχτηκα μην τυχόν και έρημος γίνω: γιατί άλλο τι πιο έρημο από την έρημο δεν υπάρχει Και το παράδοξο: η έρημος αποζητά και συντηρεί την ερημιά της.

Ορατών τε πάντων και αοράτων

Εικόνα
Sally Mann, 'Candy Cigarette', 1989,  Πηγή Ορμώ στη χαρά να της δώσω τη λύπη μου. Λυπάται, μου λέει, και τρεις μ’ αρνείται σαν τον Θωμά τον άπιστο – τάχα η σώτειρά μου. Κι εγώ ούτε μέλι έχω για την πληγή μου, ούτε λίγο νερό να την καθαρίσω, να την ποτίσω να βγάλει φτερά. Φτεροκόπημα της αβύσσου η ψυχή μου Άβυσσο λέν’ τη χώρα μου μα δεν μιλώ για τα τραύματά μου. Τα ’χω κάνει γάζες και ράμματα για κείνες τις πληγές σαν τη δική μου. Για τ’ ανεμοδαρμένα αδέλφια μου με τ’ αφανή δεσμά τους, που βγαίνει δις η πίστη τους στον κόσμο τούτο για να ζούνε, στον κόσμο τούτο που γι’ αυτά δε φτιάχτηκε, στον κόσμο τούτο που σαν κουκούτσι τα φτύνει. Και του αγριεύουν τα πουλιά και του θυμώνουν τα δέντρα κι επαναστατούν τα βουνά που αντάρτες γίνονται για χάρη τους, στον κόσμο τούτο που τα βουλιάζει όλο και πιο βαθιά αντί να τα σηκώσει από το στρώμα και να τους βγάλει τις αλυσίδες, στον ήλιο να βγουν κι εκείνα να πάρει ανάσα το είναι τους.   Μα όχι, όχι! Σαν το κουκούτσι ο κόσμος τούτος μάς φτύνε...

Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι

Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι χαραμίζονται γραμμένα πάνω σε πλάκες καραμέλας παγωτά και σε ρυζόχαρτα που λιώνουνε μόλις χαθούν μέσα στο στόμα Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι Πόσα ποιήματα το καλοκαίρι ζωντανεύουνε κι ανθίζουνε Ιβίσκοι κόκκινοι και κίτρινοι κάτασπρα γιασεμιά πουλιά του παραδείσου   Μα να σου τα λόγια σας που τα καλύπτουνε Κείνα τα λόγια σας τα λαξευμένα σαν κάστρα απόρθητα πάνω στην αμμουδιά Ανάσα δεν παίρνουν τα ποιήματα κι η υπαρξιακή τους κρίση δεν αργεί, έτοιμη να τα σμπαραλλιάσει Μα τέτοια ακύρωση; Ο Αύγουστος μονάχα, θα σας πουν Μη μου ζητάς, λοιπόν, ποίημα τώρα να σου γράψω Εγώ πονώ τις λέξεις μου γιατί τον πόνο τους τον νιώθω και ριγώ Κλαίω εγώ το ποίημά μου γιατί νιώθω το άσκοπο του πράγματος που τ' απογοητεύει   Κλαίω, σας λέω, που το βλέπω τα μάτια του σαν κλείνει μια για πάντα ν' αποκοιμηθεί... Ημερολόγιο | 9η Αυγούστου 2024

Επιτάφιος | Christopher Logue

Εικόνα
  Christopher Logue (1926-2011) © Mark Gerson / National Portrait Gallery, London CHRISTOPHER LOGUE ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ Γέρασα πια. Τίποτα δε με ενδιαφέρει. Έπειτα, Δεν είμαι και πολύ έξυπνος, Κι οι ιδέες μου Δεν έχουν ταξιδέψει παρά Ίσαμε τις πατούσες μου. Με ρωτάς: Ποια είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο ευτυχία; Δυο πράγματα: Το να αλλάζω γνώμη όπως αλλάζω μία πένα για ένα σελίνι· Και, Το ν’ ακούω Της κοπελίτσας Τη φωνή Που τραγουδάει διασχίζοντας την κατηφόρα Αφού πρώτα μ’ έχει ρωτήσει το δρόμο. Μετάφραση: Νικολέττα Μ. Σίμωνος  

Σήμερα | Mary Oliver

Εικόνα
Μαίρη Όλιβερ (1935-2019) ΜΑΙΡΗ ΟΛΙΒΕΡ ΣΗΜΕΡΑ Σήμερα πετάω χαμηλά και δε βγάζω άχνα. Αφήνω όλα τα βουντού της φιλοδοξίας κοιμισμένα. Ο κόσμος προχωρά όπως πρέπει, οι μέλισσες στον κήπο αφήνουν κάποιο βουητό, τα ψάρια χοροπηδούν, τα μυγάκια καταβροχθίζονται. Και πάει λέγοντας. Μα εγώ παίρνω ρεπό. Ήσυχη σαν το φτερό. Παραμένω ακίνητη παρόλο που στην πραγματικότητα διανύω μια απόσταση τρομακτική. Ηρεμία. Μία εκ των πυλών που σε μπάζουν στο ναό. Μετάφραση: Νικολέττα Μ. Σίμωνος

Καλοκαίρι

Εικόνα
Ι Μου είπες θέρος Και σου ’πα όχι Στην καλοκαιρία Να σπέρνω θέλω Όχι να θερίζω ΙΙ Μου είπες θέρος Και σου ’πα όχι Στην καλοκαιρία Μήτε να σπέρνω θέλω Μήτε να θερίζω – οσμή ολέθρου ζέχνουν και τα δυο Θέλω να καβαλάω το κύμα να κολυμπώ στο ούζο να γλείφω τον ήλιο μαστίχα παγωτό. Νέα Ηρακλείτσα Καβάλας

Όταν μιλώ με την πατρίδα μου...

Κόκκινος ο ήλιος, κόκκινο το φεγγάρι, κόκκινη και η θάλασσα. Πενήντα χρόνους τώρα. Κι εσύ, μέρα και νύχτα, κοιμάσαι και ξυπνάς στο κόκκινο - μαζί σου κι η ψυχή μου. Μέσα στο κόκκινο -τ' άλλοτε καταγάλανα νερά σου- πλεούμενο εσύ μαγαρισμένο. Αχ, να 'τανε μονάχα κόκκινο του έρωτα                                                τούτο το κόκκινο του θανάτου!

Black dog

Εγκλωβισμένος από το ίδιο του το είναι, θεατής του αίματός του που κυλάει και φεύγει, δέσμιος μιας μάχης ατελέσφορης με τα υποσυνείδητα δεσμά του και μια λύτρωση σε οριστική αναβολή, τοιχώματα που δεν σπάνε                     κι η ζωή του να περνά με εκείνον χωρίς εκείνον.

Το Παρίσι μου

Εικόνα
Η μαμά κι εγώ στο Παρίσι (από το προσωπικό αρχείο μου) Άνοιξε, παραθύρι μου, να βουτήξω μέσα του,  να μεθύσω απ' του Σικουάνα το κρασί του, κι έτσι εντελώς νηφάλια, να πνιγώ στην ομορφιά του.  Τούτη θα 'ναι η αυτοχειρία μου.  Το ξέρω. Με περιμένει.  Μια ζωή με περιμένει το Παρίσι μου.

Ανεμάκια γιασεμάκια μου

Ανεμάκια γιασεμάκια μου Αγράμπελη και μέλι μου Αγιόκλημα και ταίρι μου Αεράκι και φιλάκι μου Γλυκό μαξιλαράκι μου Σε πίνω σαν τον οίνο του ροδιού Σ' αφήνω μες στο ρίγος του χαμού Απ' το φεγγάρι κάτω ενός μεσημεριού Στο κύμα του ωκεανού Στο κύμα αχανούς φιλιού Στο κύμα ατέρμονου σπασμού Νερό αλμυρό αγίασμα ευωδιαστό Άγιος έρωτας θεός και είναι τόσο ωραία... Ίσως, τελικά, και να ξέρω τι θέλω και τι δεν θέλω. Θέλω να μην ξέρω τι θέλω. Και δεν θέλω να ξέρω τι θέλω. Το 'λυσα κι αυτό. Πάμε παρακάτω. Ημερολόγιο | 8η Μαρτίου 2024 

Ο παγερός αέρας είχε το άρωμά σου

ήτανε τότε που έψαχνα στα τριαντάφυλλα για να σε βρω ένα-ένα τα πέταλα μαδούσα ραίνοντας το κενοτάφιό σου τότε που πήρα σβάρνα τον ερημίτη κήπο χαλί στρωμένο πάνω απ’ την κρημνώδη ακτή τότε που ρόδο δεν άφησα αμάδητο κι ας μ' απειλούσε ο ροδοκύρης το σουγιά του κραδαίνοντας τη χαρά μου σα να ’θελε στα δύο να κόψει μ’ ένα μοιραίο πλήγμα στην καρδιά ο παγερός αέρας είχε το άρωμά σου γαλάζιο αστέρι εσύ εκείνο το πρωί που μου ’κλεισες το μάτι συνωμοτικά συνένοχος στη σκανταλιά μου στην τρέλα μου ή στην απελπισιά μου πέταλα άλικα λευκά και ροζουλί από το κενοτάφιο κι όλο το μονοπάτι ίσαμε κάτω στην αμμουδιά εκείνη των ιλαρών μα άμοιρων κυμάτων τρελάθηκα από χαρά και σου ’πιασα το χέρι κι αγαπηθήκαμε στα φανερά εκεί στην αμμουδιά ο παγερός αέρας είχε το άρωμά σου κι αγαπηθήκαμε στα φανερά με ρούχο μας μοναδικό το χρώμα των κορμιών μας –πόσο μας έδενε η διαφορά τους– τρελάθηκα από χαρά και σου ’πιασα το χέρι κι ύστερα έγειρα να κοιμηθώ στο στέρνο σου επάνω πού είν’ ο θάνατος, σε ρώτησα, ...

Πελώριος και κόκκινος | Ζακ Πρεβέρ

Εικόνα
Ζακ Πρεβέρ (1900-1977)  Πηγή φωτό JACQUES PRÉVERT ΠΕΛΩΡΙΟΣ ΚΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ Πελώριος και κόκκινος Πάνω από το Γκραν Παλαί Ο χειμωνιάτικος ήλιος εμφανίζεται Κι εξαφανίζεται Σαν κι αυτόν η καρδιά μου θα εξαφανιστεί Και όλο μου το αίμα θα φύγει Θα φύγει να σε ψάξει Αγάπη μου Ομορφιά μου Και να σε βρει Εκεί όπου βρίσκεσαι. Μετάφραση: Νικολέττα Μ. Σίμωνος

Γραμμένο στ' όνειρο

Όταν γράφω ποιήματα τη νύχτα γράφω για πράγματα που γίνονται τη μέρα - όπως το φως του ήλιου καθώς πέφτει πάνω στο κανελί πλούσιο τρίχωμα της γάτας μου Όταν γράφω ποιήματα τη μέρα γράφω για πράγματα που γίνονται τη νύχτα - όπως όταν με λούζει του ερεβώδους ουρανού η αστερόσκονη και γίνομαι νεράιδα για το παλικάρι μου Στα δικά μου ποιήματα δεν λείπει η νύχτα από τη μέρα - μήτε τ΄ αντίθετο

Του έρωτα ή ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ

Όταν σ' ερωτεύομαι ξυπνώ το πρωί και δεν ανοίγω κουρτίνες, παράθυρα. Είμαι αυτόφωτη.   Όταν σ' ερωτεύομαι παύω να είμαι θνητή. Ανοίγω τα φτερά τους ουρανούς οργώνω το διαμαντένιο να σου φέρω δάκρυ εκείνου που σταυρώθηκε. Περασμένο σε αλυσίδα από αστράκια που μόλις γεννηθήκανε. Να σου στολίσει τον λαιμό. Να σε προσέχει, παλικάρι μου.   Όταν σ' ερωτεύομαι τίγρης γίνομαι. Και φοβάμαι πως η καδένα στον λαιμό σου δεν θα μείνει για πολύ εκεί ακόμα. Κι αναρωτιέμαι ποιος, από εμένα την αυτόφωτη, τη μη θνητή, την τίγρη, την ερωτευμένη μαζί σου, θα μπορέσει να σε σώσει, αγόρι μου, του έρωτά μου εσύ ο υάκινθος ο πέρκαλλος, ο μέγας...
Γιατί τι είμαστε στην τελική; Μια παύλα ανάμεσα σε δυο ημερομηνίες. Αυτό είμαστε. Ή μάλλον ήμασταν. Μια τόση δα παυλίτσα που χάνεται μες στην ασήμαντη  σημαντικότητα της γέννησης και του θανάτου. Ένα τίποτα δηλαδή. Ίσως πάλι τα πάντα. Ή μάλλον τα πάντα που δεν ήταν τίποτα. Ή μάλλον το τίποτα που ήταν τα πάντα. Ημερολόγιο | 20.01.2024

J'en ai marre!

Εικόνα
Source: https://www.theparisreview.org/blog/2018/05/01/may-68-posters-of-the-revolution/ χαζοκούτια χαζοπεριοδικά χαζοβιόλες χαζοβιόληδες ίνστα, τικτόκ κι άγιος ο θεός κι ειδήσεις να χαρώ μέρα μπαίνει - μέρα βγαίνει βομβαρδίζουνε εμάς τα πνεύματα ενός σύμπαντος άλλου πού ζω πώς βρέθηκα εδώ σηκώνω τα χέρια ψηλά απορώ κι εξίσταμαι να 'ναι καλά η ασπίδα μου                     - απ' το καλύτερο ατσάλι μα απ' την πολλή τη χρήση την πάω κάθε τρεις και λίγο για συντήρηση                      - γαμώ τις αφραγκιές μου

Το σούρουπο, όταν μου μιλά

βραδιάζει πέφτει το σούρουπο το κόκκινο μπλαβίζει της πασχαλίτσας βαραίνει τα ματόκλαδα της γης της λάμπας το κιτρινισμένο φως χλομιάζει τα πρόσωπα σ' έναν κόσμο δίχως ζωντανούς δίχως αθώους ψες ένα όνειρο έβλεπα: πως η γέννα ήταν ο θάνατος κι ο θάνατος η γέννα γιατί αν τώρα είν' η ζωή κι όχι ο θάνατος πού είναι τότε οι ζωντανοί; πού οι αθώοι; τους λυτρωμένους ψάχνω μα δε βρίσκω.

Ο πηδαλιούχος του βυθού

Εικόνα
Canopus taken from ISS, in March 2003. NASA. ( Πηγή φωτό ) Από τα τρίσβαθα του νάματος του Νείλου τις μέρες τούτες λάμπουν σ’ οθόνες και σ’ εξώφυλλα πόλεις αρχαίες ελληνικές αριστουργήματα γλυπτά αγάλματα θεών και βασιλιάδων μνημεία στήλες και ερείπια ιερών Ηράκλειον ή Θώνις και Κάνωπος ή Κάνωβος Ω βυθισμένες πόλεις Ω ξεχασμένες εσείς πόλεις Σβησμένες εσείς πόλεις από ανθρώπου μνημονικό Μονάχα ο Όσιρις εσάς ακόμα συλλογιέται λατρείας του ω χώροι ιεροί Μα και ο Νίκανδρος στης ποίησής του τις χορδές και εις στο λύχνο της φιλοσοφίας του ο Σενέκας Άλλος κανείς Κανείς μήτε τον Κάνωπο θυμάται που 'χε στην Κάνωπο ταφεί χιλιάδες χρόνια πριν στα τρίσβαθα κατέβηκα μ' αρχαίο οξυγόνο και με τα δυο μου χέρια έπνιξα το φίδι που σε σκότωσε στην άμμο Κάνωπε στο μούχρωμα εβγήκε ο λυγμός Και ποιος άραγε σήμερα εσένα να θυμάται του Μενελάου γενναίο πηδαλιούχο εξ Αμυκλών Μόνον ο έκλαμπρος αστέρας που 'χει πάρει τ' όνομά σου κι η πόλη που την βάπτισε το σκήνωμά σ...

1974, Το μαύρο καλοκαίρι

Εικόνα
«Κύπρος 1974», χαρακτικό, Α. Τάσσος (1914-1985) 1974, ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ                      Στους Αγνοούμενους Ήρωες  Παύλο Κουρούπη Χρήστο Γρίβα Χρίστο Καρεφυλλίδη ΑΙΩΝΙΑ ΣΑΣ Η ΜΝΗΜΗ, ΔΟΞΑΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΤΙΜΗΜΕΝΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ Της Θεάς Αφροδίτης η πατρίς είσαι εσύ, νησί μου Που τα νερά σου γέννησαν με τον Αίολο για πόνο Την των Θεών πιο λατρευτή κι αγαπημένη κόρη Εσύ, φύτρα Αγίων ιερή, με δυόσμο μοσχοβολιστή έως τα πέρα όρη Κοχύλι χρυσοποίκιλτο, σκαρί μαλαματένιο Στης Μεσογείου την καρδιά βρίσκεσαι αραγμένο Κι ολόγυρά σου τα νερά ολόγλυκης αλμύρας Να σ’ αγκαλιάζουνε σφιχτά πάντοτε με φροντίδα. Γιατί ετούτα τα νερά ξέρουνε για τον φθόνο Που τρέφουνε για σένανε καράβια από δω γύρω Μα κι απ’ αλλού, σκαριά φριχτά, γεμάτα Εωσφόρο. Θάλασσας κύματα λευκά, κοπάδια ατσαλωμένα Και ουρανόσταλτα αγγέλων τάγματα στα γαλανόλευκά τους Κύπρος μου, όμορφο νησί, εσένα διαφεντεύουν. Ψυχές από το τιμημένο χώμα σου πλασμένες Κι άλλες από της Μάνας σου τ...

Περπατώντας στην Ομορφιά | Μια Προσευχή των Ινδιάνων Νάβαχο

Εικόνα
Seated close to the evening fire, old man Gray Mountain, 91, told his small grandchildren legends about the early days of the Navajo people. Leonard McCombe The LIFE Images Collection/Shutterstock https://www.life.com/history/navajo-heritage-photos/ Στην ομορφιά ας περπατώ Ολημερίς ας περπατώ Μες στον κύκλο των εποχών ας περπατώ Όμορφα θα ’χω ξανά Όμορφα πουλιά, Όμορφα χαρούμενα πουλιά Στο μονοπάτι το στρωμένο με τη γύρη ας περπατώ Με τις ακρίδες γύρω από τα πόδια μου ας περπατώ Με τ’ αγιάζι γύρω από τα πόδια μου ας περπατώ Με την ομορφιά ας περπατώ Με την ομορφιά εμπρός μου ας περπατώ Με την ομορφιά πίσω μου ας περπατώ Με την ομορφιά πάνωθέ μου ας περπατώ Με την ομορφιά κάτωθέ μου ας περπατώ Με την ομορφιά ολόγυρά μου ας περπατώ Στα γηρατειά, σε μονοπάτι ομορφιάς σαν τριγυρνώ, με ζωντάνια, ας περπατώ Στα γηρατειά, σε μονοπάτι ομορφιάς σαν τριγυρνώ, ζώντας ξανά, ας περπατώ Τετέλεσται στην ομορφιά. Τετέλεσται στην ομορφιά. Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

Revelation

Ζωή μου, ολάκερη ζωή μου δεν είν' αστείο να, μόλις σήμερα σε έμαθα κι εσένανε μαζί, εαυτή μου Ζωή που δεν σε είχα ζώντας σε Να χαρώ που επιτέλους σ' έμαθα; Να κλάψω που δεν σ' ήξερα ποτέ μου; Ναι, εσένανε ζωή μου Ναι, κι εσένα, εαυτή μου Ήμουν μια άλλη ή μήπως είμαι μια άλλη ή μήπως ήμουν πάντοτε εγώ Αληθινά δεν ξέρω τι να πω και τι να απαντήσω. Μην με ρωτάς, λοιπόν.   Αγάπα με. Αυτό και τίποτα άλλο - σε ξορκίζω. Ημερολόγιο | 03.08.23