Εσένα, των Φαιάκων νήσο
Πρώτη φορά που σ' είδανε τα μάτια μου.
Και στο καράβι της φυγής
τα μάτια μου δακρύζανε
νερό θαλασσινό δικό σου.
Για σένα που άφηνα, νησί
μα και για κάποιον Νίκο,
έρωτα της στιγμής,
εφηβικό τελείως καρδιοχτύπι
που με τα μάτια μίλησε,
κι εκείνο ήταν όλο.
Έλα, όμως, που δάκρυζα
μες στο καράβι της φυγής.
Κόμπος η ψυχή
Πού να 'ξερα, αλήθεια,
πως τρεις χρόνους κατόπιν
κοντά σου θα ξαναβρισκόμουν,
για χρόνια κάμποσα
Και γύρισε. Και δεν ξανάφυγε ποτέ.
Γιατί το κουβαλάει μαζί της πια όπου κι αν βρίσκεται...
τα μάτια μου δακρύζανε
νερό θαλασσινό δικό σου.
Για σένα που άφηνα, νησί
μα και για κάποιον Νίκο,
έρωτα της στιγμής,
εφηβικό τελείως καρδιοχτύπι
που με τα μάτια μίλησε,
κι εκείνο ήταν όλο.
Αυτόν που τόνε κλαις
μα γρήγορα ξεχνάς
και πάμε παρακάτω.
μα γρήγορα ξεχνάς
και πάμε παρακάτω.
Έλα, όμως, που δάκρυζα
μες στο καράβι της φυγής.
Κόμπος η ψυχή
κόμπος και ο λαιμός μου
που σ' άφηνα,
εσένα των Φαιάκων νήσο.
εσένα των Φαιάκων νήσο.
Πού να 'ξερα, αλήθεια,
πως τρεις χρόνους κατόπιν
κοντά σου θα ξαναβρισκόμουν,
για χρόνια κάμποσα
να σε γευτώ και να σε ζήσω.
Μα ο Νίκος είχε πια ξεθωριάσει
απ' τη μνήμη.
Ποτέ μου δεν τον ξέχασα, εντούτοις,
αφού για χάρη του, υποτίθεται, λυπόμουν
Ποτέ μου δεν τον ξέχασα, εντούτοις,
αφού για χάρη του, υποτίθεται, λυπόμουν
που τη νήσο άφηνα για πάντα πίσω.
Και τότε κάποιος, μάλλον, συγκινήθηκε
Και τότε κάποιος, μάλλον, συγκινήθηκε
απ' τον λυγμόν εκείνον τον αγνό και τον αθώο
μες στο καράβι της φυγής
τα μάτια μου δακρύζανε
νερό θαλασσινό δικό σου
κι έταξε πως
η Κυπριωτοπούλα τούτη η λυγερή,
του Άη Σπυρέτου η συντοπίτισσα,
θε να γυρίσει στο νησί. Πάλι θε να γυρίσει.
νερό θαλασσινό δικό σου
κι έταξε πως
η Κυπριωτοπούλα τούτη η λυγερή,
του Άη Σπυρέτου η συντοπίτισσα,
θε να γυρίσει στο νησί. Πάλι θε να γυρίσει.
Και γύρισε. Και δεν ξανάφυγε ποτέ.
Γιατί το κουβαλάει μαζί της πια όπου κι αν βρίσκεται...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου